
Ο Κρίστιαν Χόρνερ ρίχνει φως στους λόγους που κατέστησαν αδύνατες τις διαπραγματεύσεις του 2022 για τη συνεργασία με την Porsche, με κυρίαρχο θέμα τη διεκδίκηση της 50% συμμετοχής στη Red Bull Technology.
Η υποψήφια συνεργασία μεταξύ της Red Bull και της Porsche είχε τη δυνατότητα να επηρεάσει σημαντικά το τοπίο της Formula 1. Οι δύο πλευρές είχαν εξετάσει τη συνεργασία τους με τα νέα δεδομένα των κινητήρων για το 2026, ωστόσο οι συζητήσεις δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Ο Χόρνερ, σήμερα, αναφέρεται σε εκείνη την κρίσιμη φάση, εξηγώντας γιατί η προοπτική ενός ισχυρού συνδυασμού δεν ήταν επαρκής ώστε να γεφυρωθούν οι διαφορές.
Όπως αποκάλυψε ο Χόρνερ, η επιθυμία της Porsche για να αποκτήσει 50% συμμετοχή στη Red Bull Technology στάθηκε ως ένα σοβαρό εμπόδιο στις διαπραγματεύσεις. Η απουσία συμφωνίας αφορούσε όχι μόνο την τεχνική στήριξη, αλλά και τον τρόπο λήψης αποφάσεων σε μία εταιρεία με δύο ίσους εταίρους.
Σε δηλώσεις του στο Autosport, ο Χόρνερ εξέφρασε ανησυχία για την ικανότητα της Red Bull να παραγάγει έναν ανταγωνιστικό κινητήρα. Οι νέοι κανονισμοί, που περιλάμβαναν την καταργήση της MGU-H και την εστίαση στην ηλεκτρική ισχύ, είχαν ήδη προετοιμάσει το έδαφος για την είσοδο νέων κατασκευαστών. «Υπήρχε αβεβαιότητα σχετικά με το αν μπορούσαμε να σχεδιάσουμε έναν ανταγωνιστικό κινητήρα. Τότε, η Porsche φάνηκε ως μία ενδιαφέρουσα ευκαιρία», δήλωσε.
Ο Ντίτριχ Μάτεσιτς είχε θετική άποψη για την ενδεχόμενη συνεργασία, καθώς, όπως τόνισε ο Χόρνερ, η Porsche διαθέτει απαραίτητη εμπειρία στους κινητήρες, σε αντίθεση με τη Red Bull, οπότε το ενδεχόμενο συνεργασίας αξίωνε προσοχή.
Ο Χόρνερ επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις της Porsche στο Βάισαχ, ωστόσο, όπως σημειώνει, η Red Bull είχε ήδη προχωρήσει πιο γρήγορα στην προετοιμασία της για το πρόγραμμα της Formula 1. «Κατάλαβα ότι ήμασταν σε πιο προχωρημένο στάδιο σχετικά με την προετοιμασία μας για την Formula 1. Η ένωση των δύο οργανισμών θα χρειαζόταν πολλούς συμβιβασμούς κι αυτό θα προκαλούσε δυσκολίες σε μία συνεργασία 50-50», πρόσθεσε.
Η απόρριψη της συμφωνίας δεν σήμαινε ότι η Red Bull απαλλάχθηκε από το βάρος της ανάπτυξης κινητήρων. Αντιθέτως, σύμφωνα με τον Χόρνερ, όλη η ευθύνη κατέληξε στην εταιρεία. «Χρειαζόμασταν έναν συνεργάτη, καθώς η πίεση ήταν μεγάλη. Ήξερα ότι με την απόρριψη της Porsche, το πρόγραμμα κινητήρων βρισκόταν αποκλειστικά στα χέρια της Red Bull», τόνισε.
Η συνέχεια έφερε τη συνεργασία με τη Ford, η οποία απέφερε θετικά αποτελέσματα. Οι συζητήσεις με την Porsche, ωστόσο, αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα που κρύβει μία συμφωνία αυτού του επιπέδου: η τεχνογνωσία και η μάρκα δεν αρκούν από μόνες τους αν δεν υπάρχει συμφωνία για τον μηχανισμό λήψης αποφάσεων και τη λειτουργία της κοινής επιχείρησης.